γεωλογικός


γεωλογικός
[гэологикос] επ. геологический,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γεωλογικός" в других словарях:

  • γεωλογικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη γεωλογία …   Dictionary of Greek

  • γεωλογικός — ή, ό ο σχετικός με τη γεωλογία: Γεωλογική μελέτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεωλογικός κύκλος — Ένας κύκλος γεωλογικών φαινομένων που αφορούν την εξέλιξη των πετρωμάτων και τη συνεχή μετατροπή τους στον χρόνο. Ένα πέτρωμα οποιασδήποτε προέλευσης που βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης διαβρώνεται συνεχώς από τις εξωγενείς δυνάμεις και… …   Dictionary of Greek

  • γεωλογικός χάρτης — Χάρτης που εικονίζει τη γεωλογική κατασκευή μερικών τμημάτων του στερεού φλοιού της Γης σε οριζόντια προβολή τους πάνω στον τοπογραφικό χάρτη που χρησιμοποιείται ως υπόβαθρο. Οι χάρτες αυτοί συντάσσονται ύστερα από λεπτομερείς γεωλογικές έρευνες… …   Dictionary of Greek

  • ελούβιο — Γεωλογικός σχηματισμός από κομμάτια πετρωμάτων, που κατά την αποσάθρωση των μητρικών πετρωμάτων παρέμειναν στην ίδια θέση ή κύλησαν πάνω σε πλαγιές σε μικρή απόσταση, σε αντίθεση με το αλλούβιο, τα κομμάτια του οποίου μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες… …   Dictionary of Greek

  • αιολικές τράπεζες — Γεωλογικός σχηματισμός που οφείλεται στη διαβρωτική και μεταφορική δράση του ανέμου. Είναι πετρώδεις όγκοι, σχήματος αντεστραμμένου τραπεζίου ή ανάποδης πυραμίδας που εφάπτονται με τη στενότερη βάση τους σε σκληρά και βραχώδη εδάφη. Αρχικά οι… …   Dictionary of Greek

  • δολίνη — Γεωλογικός σχηματισμός που συνίσταται σε μία κλειστή λεκάνη, με κυκλικό ή ελλειπτικό σχήμα και πλάτος μεγαλύτερο από το βάθος (χοάνη)· η δ. αποτελεί μια επιφανειακή καρστική μορφή. Οι δ. συναντώνται κυρίως σε ασβεστολιθικά ή δολομιτικά πετρώματα… …   Dictionary of Greek

  • καλντέρα — Γεωλογικός όρος που αναφέρεται σε μια χοανοειδή κοιλότητα σημαντικών διαστάσεων, η οποία είναι διεύρυνση ενός φυσικού ηφαιστειακού κρατήρα εξαιτίας εκρήξεων ή κατακρημνίσεων των τοιχωμάτων του. Το πλάτος της κ. είναι, συχνά, αρκετές φορές… …   Dictionary of Greek

  • μάλμιο — Γεωλογικός σχηματισμός ο οποίος αντιστοιχεί στην τρίτη και τελευταία υποπερίοδο της ιουρασικής περιόδου, δηλαδή της μεσαίας περιόδου του μεσοζωικού αιώνα. Το Μ. άρχισε πριν από περίπου 154 εκατ. χρονια και διήρκεσε περίπου 10 εκατ. χρόνια. ’Τα… …   Dictionary of Greek

  • παλαιοζωικός ή πρωτογενής αιώνας — Γεωλογικός αιώνας, που ονομάστηκε πρωτογενής όταν δεν ήταν ακόμα γνωστή η ύπαρξη αρχαιότερων εδαφών, των αρχαιοζωικών· σήμερα χρησιμοποιείται ο όρος παλαιοζωικό. Κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού αποτέθηκαν παχιά στρώματα ιζηματογενών πετρωμάτων… …   Dictionary of Greek